Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cavar
01
σκάβω
hacer un hoyo en la tierra con una herramienta como una pala
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cava
ενεστώτα μετοχή
cavando
απλός αόριστος
cavó
παθητική μετοχή
cavado
Παραδείγματα
Los niños cavan en la arena de la playa buscando conchas.
Τα παιδιά σκάβουν στην άμμο της παραλίας αναζητώντας κοχύλια.



























