cavar
ca
ka
ka
var
ˈβaɾ
bar
casarcatarcazarcaviar

Ορισμός και σημασία του "cavar"στα ισπανικά

01

σκάβω

hacer un hoyo en la tierra con una herramienta como una pala 
cavar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cava
ενεστώτα μετοχή
cavando
απλός αόριστος
cavó
παθητική μετοχή
cavado
Παραδείγματα
Los niños cavan en la arena de la playa buscando conchas. 

Τα παιδιά σκάβουν στην άμμο της παραλίας αναζητώντας κοχύλια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store