católico
cató
ˈkato
kato
li
li
li
co
ko
ko
catódico

Ορισμός και σημασία του "católico"στα ισπανικά

01

καθολικός, σχετικός με την Καθολική Εκκλησία

relativo a la Iglesia Católica o a sus enseñanzas 
católico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
católico
αρσενικό πληθυντικό
católicos
θηλυκό ενικό
católica
θηλυκό πληθυντικό
católicas
θεματικό πεδίο
religión, identidad, creencias
Παραδείγματα
Juan pertenece a una familia católica. 

Ο Χουάν ανήκει σε μια καθολική οικογένεια.

02

καλός, ειλικρινής

bueno, honesto o de buen carácter 
católico definition and meaning
Παραδείγματα
Es un chico muy católico; siempre ayuda a los demás. 

Είναι ένα πολύ καθολικό αγόρι· βοηθάει πάντα τους άλλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store