Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
católico
01
καθολικός, σχετικός με την Καθολική Εκκλησία
relativo a la Iglesia Católica o a sus enseñanzas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
católico
αρσενικό πληθυντικό
católicos
θηλυκό ενικό
católica
θηλυκό πληθυντικό
católicas
Παραδείγματα
Los libros católicos enseñan la historia de la Iglesia.
Τα καθολικά βιβλία διδάσκουν την ιστορία της Εκκλησίας.
02
καλός, ειλικρινής
bueno, honesto o de buen carácter
Παραδείγματα
Actuar de manera católica es importante en la vida diaria.
Η ενέργεια με καθολικό τρόπο είναι σημαντική στην καθημερινή ζωή.



























