el castigo
cas
kas
κασ
ti
ˈti
τι
go
ɣo
γο
castizo

Ορισμός και σημασία του "castigo"στα ισπανικά

01

τιμωρία, κύρωση

una consecuencia impuesta por un mal comportamiento, como quedarse después de clases 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
castigos
Παραδείγματα
Por pelear en el patio, le dieron un castigo después de la escuela. 

Για καβγά στην αυλή, του έδωσαν τιμωρία μετά το σχολείο.

02

βασανιστήριο, οδύνη

un sufrimiento físico o emocional intenso, o una pena severa 
Παραδείγματα
La guerra fue un castigo terrible para la población civil. 

Ο πόλεμος ήταν μια τρομερή τιμωρία για τον αστικό πληθυσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store