Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El castigo
01
τιμωρία, κύρωση
una consecuencia impuesta por un mal comportamiento, como quedarse después de clases
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
castigos
Παραδείγματα
Por pelear en el patio, le dieron un castigo después de la escuela.
Για καβγά στην αυλή, του έδωσαν τιμωρία μετά το σχολείο.
02
βασανιστήριο, οδύνη
un sufrimiento físico o emocional intenso, o una pena severa
Παραδείγματα
La guerra fue un castigo terrible para la población civil.
Ο πόλεμος ήταν μια τρομερή τιμωρία για τον αστικό πληθυσμό.



























