Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carencia
01
έλλειψη
falta o insuficiencia de algo necesario
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carencias
Παραδείγματα
La carencia de alimentos afecta a muchas familias.
Η έλλειψη τροφής επηρεάζει πολλές οικογένειες.
02
έλλειψη, ανεπάρκεια
deficiencia de una sustancia esencial en el organismo
Παραδείγματα
La carencia de hierro puede causar anemia.
Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να προκαλέσει αναιμία.



























