Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La capilla
01
παρεκκλήσι, μικρή εκκλησία
una pequeña iglesia o un espacio dentro de una iglesia grande dedicado a un santo o propósito especial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capillas
Παραδείγματα
La capilla del palacio es donde la familia real asistía a misa.
Το παρεκκλήσι του παλατιού είναι όπου η βασιλική οικογένεια παρακολουθούσε τη λειτουργία.



























