la capilla
ca
ka
ka
pi
ˈpi
pi
lla
ʎa
lia
carillacasillacamilla

Ορισμός και σημασία του "capilla"στα ισπανικά

01

παρεκκλήσι, μικρή εκκλησία

una pequeña iglesia o un espacio dentro de una iglesia grande dedicado a un santo o propósito especial 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
capillas
Παραδείγματα
La capilla del palacio es donde la familia real asistía a misa. 

Το παρεκκλήσι του παλατιού είναι όπου η βασιλική οικογένεια παρακολουθούσε τη λειτουργία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store