Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caducar
01
λήγει, χάνει την ισχύ του
terminar o perder validez un documento, licencia o derecho
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
caduco
γ΄ ενικό πρόσωπο
caduca
ενεστώτα μετοχή
caducando
απλός αόριστος
caducó
παθητική μετοχή
caducado
Παραδείγματα
La licencia de conducir caducó el año pasado.
Η άδεια οδήγησης έληξε πέρυσι.
02
λήγει η ισχύς
pasar la fecha de consumo preferente o fecha de vencimiento de un alimento o producto
Παραδείγματα
La leche caducó ayer.
Το γάλα έληξε χθες.



























