Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caducado
01
ληξιπρόθεσμος, έχει λήξει
que ha pasado la fecha límite para su uso o validez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más caducado
συγκριτικός βαθμός
más caducado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
caducado
αρσενικό πληθυντικό
caducados
θηλυκό ενικό
caducada
θηλυκό πληθυντικό
caducadas
Παραδείγματα
Los productos caducados deben retirarse de la tienda.



























