cacarear

Ορισμός και σημασία του "cacarear"στα ισπανικά

cacarear
01

κακαρίζω, κακαρίζω

emitir su sonido característico una gallina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cacareo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cacarea
ενεστώτα μετοχή
cacareando
απλός αόριστος
cacareó
παθητική μετοχή
cacareado
Παραδείγματα
La gallina cacareó para llamar a sus polluelos.
Η κότα κόταξε για να καλέσει τα κοτοπουλάκια της.
02

καυχιέμαι

alardear o presumir de los propios logros de manera ruidosa y molesta
Παραδείγματα
No le gusta cacarear, es una persona muy modesta.
Δεν του αρέσει να cacarear, είναι πολύ ταπεινό άτομο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store