gamo
ˈbi
μπι
ga
ɣa
γα
mo
mo
μο
bígaro

Ορισμός και σημασία του "bígamo"στα ισπανικά

01

διγαμικός, παντρεμένος με δύο άτομα ταυτόχρονα

que está casado con dos personas al mismo tiempo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bígamo
συγκριτικός βαθμός
más bígamo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bígamo
αρσενικό πληθυντικό
bígamos
θηλυκό ενικό
bígama
θηλυκό πληθυντικό
bígamas
θεματικό πεδίο
matrimonio, relaciones, sociedad
Παραδείγματα
Mantener una relación bígama es agotador emocionalmente. 

Η διατήρηση μιας διγαμικής σχέσης είναι συναισθηματικά εξαντλητική.

01

διγαμιστής, άνδρας με δύο συζύγους

un hombre que está casado con dos mujeres al mismo tiempo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bígaros
αρσενικό ενικό
bígamo
θηλυκό ενικό
bígama
Παραδείγματα
El bígamo fue sentenciado a dos años de prisión por su crimen. 

Ο διγάμος καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση για το έγκλημά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store