Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La butifarra
[gender: feminine]
01
καταλανικό λουκάνικο, καταλανική σαλάμι
embutido o salchicha típica de Cataluña, generalmente hecha de carne de cerdo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
butifarras
Παραδείγματα
La butifarra se elabora principalmente con carne de cerdo.
Η butifarra παρασκευάζεται κυρίως με χοιρινό κρέας.



























