el burócrata
buróc
ˈbuɾok
boorok
ra
ɾa
ra
ta
ta
ta
demócrata

Ορισμός και σημασία του "burócrata"στα ισπανικά

01

γραφειοκράτης, δημόσιος υπάλληλος

un funcionario que trabaja en la administración del estado 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
burócratas
αρσενικό ενικό
burócrata
θηλυκό ενικό
burócrata
neutral form
funcionario
Παραδείγματα
El burócrata firmó el documento oficial. 

Ο γραφειοκράτης υπέγραψε το επίσημο έγγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store