Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
burlar
01
εξαπατώ
engañar a alguien, no cumpliendo lo prometido o traicionando su confianza
Παραδείγματα
Burló a sus inversores con promesas falsas.
Burlar εξαπάτησε τους επενδυτές του με ψεύτικες υποσχέσεις.
02
παρακάμπτω, αποφεύγω
evitar un obstáculo, una regla o una vigilancia con astucia o habilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
burlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
burla
ενεστώτα μετοχή
burlando
απλός αόριστος
burló
παθητική μετοχή
burlado
Παραδείγματα
El espía logró burlar la seguridad del edificio.
Ο κατάσκοπος κατάφερε να παρακάμψει την ασφάλεια του κτιρίου.
03
πειράζω, κοροϊδεύω
reírse de alguien o hacer bromas a su costa, generalmente de manera molesta o poco amable
Παραδείγματα
Los niños se burlaban de él por sus gafas nuevas.
Τα παιδιά τον κοροϊδεύαν για τα καινούρια του γυαλιά.



























