Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La brujería
[gender: feminine]
01
μαγεία
conjunto de prácticas, rituales o hechizos realizados por brujas o personas que usan magia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La brujería se considera ilegal en algunos países antiguos.
Η μαγεία θεωρείται παράνομη σε ορισμένες αρχαίες χώρες.



























