Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brotar
01
βλαστάνω, φυτρώνω
salir una planta nueva o brote de la tierra o de una rama
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
broto
γ΄ ενικό πρόσωπο
brota
ενεστώτα μετοχή
brotando
απλός αόριστος
broté
παθητική μετοχή
brotado
Παραδείγματα
Las flores comenzaron a brotar en primavera.
Τα λουλούδια άρχισαν να βλασταίνουν την άνοιξη.



























