Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brotar
[past form: broté][present form: broto]
01
βλαστάνω, φυτρώνω
salir una planta nueva o brote de la tierra o de una rama
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
broto
γ΄ ενικό πρόσωπο
brota
ενεστώτα μετοχή
brotando
απλός αόριστος
broté
παθητική μετοχή
brotado
Παραδείγματα
Las plantas brotaron después de semanas sin lluvia.
Τα φυτά βλάστησαν μετά από εβδομάδες χωρίς βροχή.



























