la bruja
bru
ˈbɾu
broo
ja
xa
kha
bruma

Ορισμός και σημασία του "bruja"στα ισπανικά

01

μάγισσα, γοητεύτρια

una mujer que practica la magia o la hechicería, a menudo vista con miedo 
la bruja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
brujas
Παραδείγματα
La bruja volaba en su escoba por la noche. 

Η μάγισσα πετούσε στη σκούπα της τη νύχτα.

01

χωρίς λεφτά, απένταρος

sin dinero, en una situación económica muy difícil 
bruja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el/la más bruja
συγκριτικός βαθμός
más bruja
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brujo
αρσενικό πληθυντικό
brujos
θηλυκό ενικό
bruja
θηλυκό πληθυντικό
brujas
Παραδείγματα
Estoy bruja hasta el próximo viernes. 

Είμαι απένταρος μέχρι την επόμενη Παρασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store