Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bruja
01
μάγισσα, γοητεύτρια
una mujer que practica la magia o la hechicería, a menudo vista con miedo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
brujas
Παραδείγματα
La bruja tenía un gato negro como compañero.
Η μάγισσα είχε μια μαύρη γάτα ως σύντροφο.
bruja
01
χωρίς λεφτά, απένταρος
sin dinero, en una situación económica muy difícil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el/la más bruja
συγκριτικός βαθμός
más bruja
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
brujo
αρσενικό πληθυντικό
brujos
θηλυκό ενικό
bruja
θηλυκό πληθυντικό
brujas
Παραδείγματα
No compres nada, que estamos brujas.
Μην αγοράσεις τίποτα, είμαστε χωρίς λεφτά.



























