Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bloquear
01
μπλοκάρω
impedir el paso, el acceso o el funcionamiento de algo
Παραδείγματα
Bloquea el dispositivo si se pierde o te lo roban.
Αποκλείστε τη συσκευή εάν χαθεί ή κλαπεί.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπλοκάρω