bloquear
blo
blo
blo
quear
ˈkeaɾ
kear
blanquear

Ορισμός και σημασία του "bloquear"στα ισπανικά

bloquear
01

μπλοκάρω

impedir el paso, el acceso o el funcionamiento de algo 
bloquear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bloqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bloquea
ενεστώτα μετοχή
bloqueando
απλός αόριστος
bloqueó
παθητική μετοχή
bloqueado
Παραδείγματα
Puedes bloquear llamadas no deseadas en el móvil. 

Μπορείς να μπλοκάρεις ανεπιθύμητες κλήσεις στο κινητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store