Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bloquear
01
μπλοκάρω
impedir el paso, el acceso o el funcionamiento de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bloqueo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bloquea
ενεστώτα μετοχή
bloqueando
απλός αόριστος
bloqueó
παθητική μετοχή
bloqueado
Παραδείγματα
Puedes bloquear llamadas no deseadas en el móvil.
Μπορείς να μπλοκάρεις ανεπιθύμητες κλήσεις στο κινητό.



























