Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
birlar
01
κλέβω, αρπάζω
quitar algo a alguien con rapidez y de manera poco honesta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
birlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
birla
ενεστώτα μετοχή
birlando
απλός αόριστος
birló
παθητική μετοχή
birlado
Παραδείγματα
Alguien le birló la cartera en el metro.
Κάποιος έκλεψε το πορτοφόλι του στο μετρό.



























