birlar
bir
biɾ
bir
lar
ˈlaɾ
lar
burlarbillar

Ορισμός και σημασία του "birlar"στα ισπανικά

birlar
01

κλέβω, αρπάζω

quitar algo a alguien con rapidez y de manera poco honesta 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
birlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
birla
ενεστώτα μετοχή
birlando
απλός αόριστος
birló
παθητική μετοχή
birlado
Παραδείγματα
Alguien le birló la cartera en el metro. 

Κάποιος έκλεψε το πορτοφόλι του στο μετρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store