Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
birlar
01
κλέβω, αρπάζω
quitar algo a alguien con rapidez y de manera poco honesta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
birlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
birla
ενεστώτα μετοχή
birlando
απλός αόριστος
birló
παθητική μετοχή
birlado
Παραδείγματα
El perro me birló el bocadillo de la mano y salió corriendo.
Ο σκύλος μου μπίρλαρε το σάντουιτς από το χέρι και έφυγε τρέχοντας.



























