Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
benigno
01
ήπιος
que es suave, favorable o no es severo
Παραδείγματα
El clima era benigno, con un sol suave y una brisa fresca.
Το κλίμα ήταν ήπιο, με ένα μαλακό ήλιο και ένα δροσερό αεράκι.
02
ευγενικός, καλοσυνάτος
que tiene o muestra bondad y compasión hacia los demás
Παραδείγματα
El rey era un gobernante benigno, querido por todo su pueblo.
Ο βασιλιάς ήταν ένας ευγενής κυβερνήτης, αγαπητός από όλο τον λαό του.
03
καλοήθης
que no es canceroso y no se disemina a otros tejidos del cuerpo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más benigno
συγκριτικός βαθμός
más benigno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
benigno
αρσενικό πληθυντικό
benignos
θηλυκό ενικό
benigna
θηλυκό πληθυντικό
benignas
Παραδείγματα
El médico confirmó que el tumor era benigno y no representaba un peligro.
Ο γιατρός επιβεβαίωσε ότι ο όγκος ήταν καλοήθης και δεν αντιπροσώπευε κίνδυνο.



























