Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avanzar
01
προχωρώ, προοδεύω
moverse hacia adelante o progresar en una dirección
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
avanzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avanza
ενεστώτα μετοχή
avanzando
απλός αόριστος
avanzó
παθητική μετοχή
avanzado
Παραδείγματα
El ejército avanzó hacia la frontera.
Ο στρατός προχώρησε προς τα σύνορα.
02
προοδεύω, προχωρώ
progresar o mejorar en un proceso, actividad o situación
Παραδείγματα
La medicina ha avanzado en las últimas décadas.
Η ιατρική έχει προχωρήσει τις τελευταίες δεκαετίες.
03
περνάω, περνώ
pasar o transcurrir el tiempo o las estaciones
Παραδείγματα
El verano avanza rápidamente.
Το καλοκαίρι περνάει γρήγορα.



























