Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avanzar
01
προχωρώ, προοδεύω
moverse hacia adelante o progresar en una dirección
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
avanzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avanza
ενεστώτα μετοχή
avanzando
απλός αόριστος
avanzó
παθητική μετοχή
avanzado
Παραδείγματα
Avanzamos por el sendero hasta llegar al río.
Προχωρώ στο μονοπάτι μέχρι το ποτάμι.
02
προοδεύω, προχωρώ
progresar o mejorar en un proceso, actividad o situación
Παραδείγματα
La tecnología avanza cada año más rápido.
Η τεχνολογία προχωρά πιο γρήγορα κάθε χρόνο.
03
περνάω, περνώ
pasar o transcurrir el tiempo o las estaciones
Παραδείγματα
El tiempo avanza sin detenerse.
Ο χρόνος προχωρά χωρίς να σταματά.



























