Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avalar
01
εγγυώμαι, εγγυάται
respaldar o garantizar el cumplimiento o validez de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
avalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avala
ενεστώτα μετοχή
avalando
απλός αόριστος
avaló
παθητική μετοχή
avalado
Παραδείγματα
El banco avala el préstamo del cliente.
Η τράπεζα εγγυάται το δάνειο του πελάτη.
02
εγκρίνω, εγγυώμαι
dar aprobación o validar oficialmente algo
Παραδείγματα
El comité avaló la propuesta.
Η επιτροπή επικύρωσε την πρόταση.



























