avalar
avalar
avatar

Ορισμός και σημασία του "avalar"στα ισπανικά

avalar
01

εγγυώμαι, εγγυάται

respaldar o garantizar el cumplimiento o validez de algo o alguien 
avalar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
avalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
avala
ενεστώτα μετοχή
avalando
απλός αόριστος
avaló
παθητική μετοχή
avalado
Παραδείγματα
El banco avala el préstamo del cliente. 

Η τράπεζα εγγυάται το δάνειο του πελάτη.

02

εγκρίνω, εγγυώμαι

dar aprobación o validar oficialmente algo 
avalar definition and meaning
Παραδείγματα
El comité avaló la propuesta. 

Η επιτροπή επικύρωσε την πρόταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store