Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autosuficiencia
01
αυτάρκεια
capacidad de una persona o sistema para mantenerse sin ayuda externa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El proyecto promueve la autosuficiencia de las familias.
Το έργο προωθεί την αυτάρκεια των οικογενειών.
02
αλαζονεία
exceso de confianza en uno mismo que lleva a despreciar o no valorar adecuadamente a los demás
Παραδείγματα
Su autosuficiencia lo alejó de sus amigos.
Η αυτάρκειά του τον απομάκρυνε από τους φίλους του.



























