Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La autosuficiencia
01
αυτάρκεια
capacidad de una persona o sistema para mantenerse sin ayuda externa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La autosuficiencia es clave en comunidades rurales.
Η αυτάρκεια είναι το κλειδί στις αγροτικές κοινότητες.
02
αλαζονεία
exceso de confianza en uno mismo que lleva a despreciar o no valorar adecuadamente a los demás
Παραδείγματα
Su autosuficiencia le hace ignorar las opiniones de los demás.
Η αυταρέσκειά του τον κάνει να αγνοεί τις απόψεις των άλλων.



























