el autocar
autocar

Ορισμός και σημασία του "autocar"στα ισπανικά

01

λεωφορείο, πούλμαν

vehículo grande destinado al transporte de pasajeros por carretera 
el autocar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
autocares
Παραδείγματα
El autocar salió a las ocho de la mañana. 

Το πούλμαν έφυγε στις οκτώ το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autocar
car
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store