Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aullar
01
ουρλιάζω
emitir su sonido característico un lobo o un perro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aúllo
γ΄ ενικό πρόσωπο
aúlla
ενεστώτα μετοχή
aullando
απλός αόριστος
aulló
παθητική μετοχή
aullado
Παραδείγματα
El lobo aúlla a la luna llena.
Ο λύκος ουρλιάζει στο πανσέληνο.
02
ουρλιάζω, κραυγάζω
gritar o chillar una persona de forma aguda y prolongada, por dolor, miedo o furia
Παραδείγματα
El niño aulló cuando se cayó y se raspó la rodilla.
Το παιδί ουρλιάζει όταν έπεσε και γδάρθηκε το γόνατό του.



























