Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrevido
01
τολμηρός, θαρραλέος
que actúa con valentía o se atreve a hacer cosas arriesgadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atrevido
συγκριτικός βαθμός
más atrevido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atrevido
αρσενικό πληθυντικό
atrevidos
θηλυκό ενικό
atrevida
θηλυκό πληθυντικό
atrevidas
Παραδείγματα
Me parece atrevida tu propuesta, pero interesante.
Η πρότασή σου μου φαίνεται τολμηρή, αλλά ενδιαφέρουσα.



























