atravesar

Ορισμός και σημασία του "atravesar"στα ισπανικά

atravesar
01

διασχίζω, περνώ

pasar de un lado a otro de un lugar o espacio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
atravieso
γ΄ ενικό πρόσωπο
atraviesa
ενεστώτα μετοχή
atravesando
απλός αόριστος
atravesó
παθητική μετοχή
atravesado
Παραδείγματα
Decidió atravesar la calle corriendo.
Αποφάσισε να διασχίσει τον δρόμο τρέχοντας.
02

τρυπώ, διαπερνώ

hacer un agujero o pasar completamente de un lado a otro de algo
Παραδείγματα
El metal atravesó el plástico sin resistencia.
Το μέταλλο τρύπησε το πλαστικό χωρίς αντίσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store