Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrapar
01
πιάνω, συλλαμβάνω
coger algo que está en el aire o en movimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atrapo
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrapa
ενεστώτα μετοχή
atrapando
απλός αόριστος
atrapó
παθητική μετοχή
atrapado
Παραδείγματα
El niño intentó atrapar la pelota que venía volando hacia él.
Το παιδί προσπάθησε να πιάνει την μπάλα που πετούσε προς το μέρος του.
02
πιάνω, συλλαμβάνω
agarrar y detener a alguien, especialmente a un criminal
Παραδείγματα
La policía logró atrapar al sospechoso después de una investigación.
Η αστυνομία κατάφερε να συλλάβει τον ύποπτο μετά από έρευνα.



























