Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atormentar
01
βασανίζω
causar sufrimiento psicológico de manera prolongada
Παραδείγματα
La película de terror me atormentó durante toda la noche.
Η ταινία τρόμου με βασάνισε όλη τη νύχτα.
02
βασανίζω
causar sufrimiento físico o psicológico intenso de manera deliberada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atormento
γ΄ ενικό πρόσωπο
atormenta
ενεστώτα μετοχή
atormentando
απλός αόριστος
atormentó
παθητική μετοχή
atormentado
Παραδείγματα
El prisionero fue atormentado durante semanas con interrogatorios brutales.
Ο κρατούμενος βασανίστηκε για εβδομάδες με βάναυσες ανακρίσεις.
03
βασανίζω τον εαυτό μου, ταλαιπωρώ τον εαυτό μου
causar sufrimiento o angustia a uno mismo
Παραδείγματα
Se atormentó por no haber tomado la decisión correcta.
Βασάνισε τον εαυτό του που δεν πήρε τη σωστή απόφαση.



























