Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atormentar
01
βασανίζω
causar sufrimiento psicológico de manera prolongada
Παραδείγματα
Las dudas lo atormentaban, no podía tomar una decisión.
Οι αμφιβολίες τον βασάνιζαν, δεν μπορούσε να πάρει μια απόφαση.
02
βασανίζω
causar sufrimiento físico o psicológico intenso de manera deliberada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atormento
γ΄ ενικό πρόσωπο
atormenta
ενεστώτα μετοχή
atormentando
απλός αόριστος
atormentó
παθητική μετοχή
atormentado
Παραδείγματα
Atormentar a alguien con dolor físico o psicológico es una violación de los derechos humanos.
Το βασανίζω κάποιον με σωματικό ή ψυχολογικό πόνο είναι παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
03
βασανίζω τον εαυτό μου, ταλαιπωρώ τον εαυτό μου
causar sufrimiento o angustia a uno mismo
Παραδείγματα
Se atormentó durante días antes de hablar con su amigo.
Βασάνιζε τον εαυτό του για μέρες πριν μιλήσει στον φίλο του.



























