atormentado
atormentado

Ορισμός και σημασία του "atormentado"στα ισπανικά

atormentado
01

βασανισμένος, στοιχειωμένος

que sufre angustia dolor o preocupación constante 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atormentado
συγκριτικός βαθμός
más atormentado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atormentado
αρσενικό πληθυντικό
atormentados
θηλυκό ενικό
atormentada
θηλυκό πληθυντικό
atormentadas
θεματικό πεδίο
estado, emoción, psicología
Παραδείγματα
El prisionero estaba atormentado por el miedo. 

Ο κρατούμενος ήταν βασανισμένος από τον φόβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store