Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atormentado
01
βασανισμένος, στοιχειωμένος
que sufre angustia dolor o preocupación constante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atormentado
συγκριτικός βαθμός
más atormentado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atormentado
αρσενικό πληθυντικό
atormentados
θηλυκό ενικό
atormentada
θηλυκό πληθυντικό
atormentadas
Παραδείγματα
Los sueños atormentados lo despertaban cada noche.
Οι βασανισμένοι όνειροι τον ξύπναγαν κάθε βράδυ.



























