Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asomo
01
indicio leve o pequeña manifestación de una emoción, cualidad o situación , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
No mostró ni un asomo de miedo durante el rescate.
LanGeek



























