Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asomar
01
sobresalir o aparecer parcialmente desde un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
Un clavo asoma de la pared.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobresalir o aparecer parcialmente desde un lugar