asimétrico

Ορισμός και σημασία του "asimétrico"στα ισπανικά

asimétrico
01

ασύμμετρος

que no es simétrico o que no tiene los mismos lados o partes
asimétrico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más asimétrico
συγκριτικός βαθμός
más asimétrico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asimétrico
αρσενικό πληθυντικό
asimétricos
θηλυκό ενικό
asimétrica
θηλυκό πληθυντικό
asimétricas
Παραδείγματα
El joyero diseñó un collar asimétrico con piedras de un solo lado.
Ο κοσμηματοπώλης σχεδίασε ένα ασύμμετρο κολιέ με πέτρες μόνο στη μία πλευρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store