Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ascendencia
01
καταγωγή, γενεαλογία
origen familiar o linaje del que procede una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tiene ascendencia española e italiana.
Έχει ισπανική και ιταλική καταγωγή.
02
επιρροή, αυθεντία
influencia o autoridad que una persona ejerce sobre otra
Παραδείγματα
Tiene mucha ascendencia sobre sus alumnos.
Έχει μεγάλη επιρροή στους μαθητές του.



























