Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
άσος, κάρτα άσος
la carta que lleva el número uno y suele ser la más alta en muchos juegos de naipes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ases
Παραδείγματα
El as de picas es una carta muy poderosa.
Ο άσσος μπαστούνι είναι ένα πολύ δυνατό χαρτί.
02
άσο
un saque en tenis que el receptor no puede tocar y que otorga un punto directo
Παραδείγματα
El tenista ganó el juego con un as espectacular.
Ο τενίστας κέρδισε το παιχνίδι με ένα θεαματικό ace.
03
άσος
una persona que es experta o sobresaliente en una actividad, especialmente en la aviación
Παραδείγματα
Era un as de la aviación durante la guerra.
Ήταν άσος της αεροπορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου.



























