artillería
artillería

Ορισμός και σημασία του "artillería"στα ισπανικά

01

πυροβολικό

conjunto de armas pesadas que disparan proyectiles de gran calibre 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
artillerías
Παραδείγματα
La artillería apoyó el avance de las tropas. 

Το πυροβολικό υποστήριξε την προέλαση των στρατευμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store