Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
artesano
01
χειροποίητος, τεχνίτικος
hecho a mano por un trabajador especializado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
artesano
αρσενικό πληθυντικό
artesanos
θηλυκό ενικό
artesana
θηλυκό πληθυντικό
artesanas
Παραδείγματα
Las joyas artesanas son únicas y de alta calidad.
Τα κοσμήματα χειροποίητα είναι μοναδικά και υψηλής ποιότητας.
Artesano
01
τεχνίτης, χειροτέχνης
persona que crea objetos a mano con habilidad y dedicación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
artesanos
Παραδείγματα
El artesano fabricó una vasija de cerámica muy bonita.
Ο τεχνίτης κατασκεύασε ένα πολύ όμορφο κεραμικό βάζο.
Λεξικό Δέντρο
artesano
arte
sano



























