artesano
ar
ar
te
te
te
sa
ˈsa
sa
no
no
no
guineanotempranocirujanomexicano

Ορισμός και σημασία του "artesano"στα ισπανικά

01

χειροποίητος, τεχνίτικος

hecho a mano por un trabajador especializado 
artesano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
artesano
αρσενικό πληθυντικό
artesanos
θηλυκό ενικό
artesana
θηλυκό πληθυντικό
artesanas
θεματικό πεδίο
artesanía, producción, calidad
Παραδείγματα
Las joyas artesanas son únicas y de alta calidad. 

Τα κοσμήματα χειροποίητα είναι μοναδικά και υψηλής ποιότητας.

01

τεχνίτης, χειροτέχνης

persona que crea objetos a mano con habilidad y dedicación 
artesano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
artesanos
αρσενικό ενικό
artesano
θηλυκό ενικό
artesana
neutral form
artesano/a
Παραδείγματα
El artesano fabricó una vasija de cerámica muy bonita. 

Ο τεχνίτης κατασκεύασε ένα πολύ όμορφο κεραμικό βάζο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

artesano

arte

+

sano

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store