arroyo

Ορισμός και σημασία του "arroyo"στα ισπανικά

Arroyo
[gender: masculine]
01

ρευμάτι, μικρό ποτάμι

corriente de agua pequeña que fluye de manera natural, generalmente hacia un río
arroyo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arroyos
Παραδείγματα
El agua del arroyo es muy clara.
Το νερό του ρεύματος είναι πολύ καθαρό.
02

φτώχεια, έλλειψη

situación de escasez económica o carencia de recursos
arroyo definition and meaning
Παραδείγματα
Es necesario luchar contra el arroyo en todas sus formas.
Είναι απαραίτητο να καταπολεμηθεί το αρρόγιο σε όλες τις μορφές του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store