arrojar
a
a
α
rro
ro
ρο
jar
ˈxaɾ
χαρ
figuraradornarhackearsujetar

Ορισμός και σημασία του "arrojar"στα ισπανικά

arrojar
01

ρίχνω, پرتاب کردن

lanzar algo con fuerza o de manera violenta 
arrojar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arrojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arroja
ενεστώτα μετοχή
arrojando
απλός αόριστος
arrojó
παθητική μετοχή
arrojado
Παραδείγματα
Arrojó la piedra al río. 

Πέταξε την πέτρα στο ποτάμι.

02

δείχνω, υποδεικνύω

indicar o revelar algo, especialmente un resultado o señal 
Παραδείγματα
Los resultados arrojan una mejora significativa. 

Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντική βελτίωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store