Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrojar
01
ρίχνω, پرتاب کردن
lanzar algo con fuerza o de manera violenta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
arrojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
arroja
ενεστώτα μετοχή
arrojando
απλός αόριστος
arrojó
παθητική μετοχή
arrojado
Παραδείγματα
Arrojó la piedra al río.
Πέταξε την πέτρα στο ποτάμι.
02
δείχνω, υποδεικνύω
indicar o revelar algo, especialmente un resultado o señal
Παραδείγματα
Los resultados arrojan una mejora significativa.
Τα αποτελέσματα δείχνουν σημαντική βελτίωση.



























