Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arqueológo
01
αρχαιολόγος
profesional que estudia las civilizaciones antiguas mediante restos y artefactos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arqueólogos
Παραδείγματα
El arqueólogo descubrió una tumba antigua en Egipto.
Ο αρχαιολόγος ανακάλυψε έναν αρχαίο τάφο στην Αίγυπτο.



























