arqueológo
ar
ar
queoló
ˈkeolo
keolo
go
ɣo
gho
Togologo

Ορισμός και σημασία του "arqueológo"στα ισπανικά

01

αρχαιολόγος

profesional que estudia las civilizaciones antiguas mediante restos y artefactos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arqueólogos
αρσενικό ενικό
arqueólogo
θηλυκό ενικό
arqueóloga
neutral form
profesional de la arqueología
Παραδείγματα
El arqueólogo descubrió una tumba antigua en Egipto. 

Ο αρχαιολόγος ανακάλυψε έναν αρχαίο τάφο στην Αίγυπτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store