arduo
arduo

Ορισμός και σημασία του "arduo"στα ισπανικά

01

δύσκολος, επίπονος

que requiere gran esfuerzo, trabajo o dificultad 
arduo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más arduo
συγκριτικός βαθμός
más arduo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
arduo
αρσενικό πληθυντικό
arduos
θηλυκό ενικό
ardua
θηλυκό πληθυντικό
arduas
Παραδείγματα
Fue un trabajo arduo terminar el proyecto a tiempo. 

Ήταν επίπονο έργο να ολοκληρωθεί το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store