Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arduo
01
δύσκολος, επίπονος
que requiere gran esfuerzo, trabajo o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más arduo
συγκριτικός βαθμός
más arduo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
arduo
αρσενικό πληθυντικό
arduos
θηλυκό ενικό
ardua
θηλυκό πληθυντικό
arduas
Παραδείγματα
Resolver el problema matemático fue una tarea ardua.
Η επίλυση του μαθηματικού προβλήματος ήταν μια δύσκολη αποστολή.



























