Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apto
01
κατάλληλος, αρμόδιος
que es adecuado o apropiado para un propósito o situación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apto
συγκριτικός βαθμός
más apto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apto
αρσενικό πληθυντικό
aptos
θηλυκό ενικό
apta
θηλυκό πληθυντικό
aptas
Παραδείγματα
La comida no es apta para alérgicos.
Το φαγητό δεν είναι κατάλληλο για άτομα με αλλεργίες.
02
ικανός
que tiene la capacidad o habilidades necesarias para algo
Παραδείγματα
Se considera apto para el proyecto.
Θεωρείται κατάλληλος για το έργο.



























