Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apropiado
01
κατάλληλος, προσφερόμενος
que es adecuado o conveniente para una situación, persona o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apropiado
συγκριτικός βαθμός
más apropiado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apropiado
αρσενικό πληθυντικό
apropiados
θηλυκό ενικό
apropiada
θηλυκό πληθυντικό
apropiadas
Παραδείγματα
Es apropiado vestir traje en una boda formal.
Είναι κατάλληλο να φοράς κοστούμι σε έναν επίσημο γάμο.



























