Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apetitoso
01
ορεκτικός, δελεαστικός
que despierta el deseo de comer o parece muy sabroso
Παραδείγματα
Los postres están muy apetitosos.
Τα επιδόρπια είναι πολύ ορεκτικά.
02
ορεκτικός, δελεαστικός
que resulta atractivo, deseable o llamativo
Παραδείγματα
Ese libro tiene una portada apetitosa.
Αυτό το βιβλίο έχει ευχάριστο εξώφυλλο.



























