Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apacible
01
ευγενικός, ήρεμος
que es amable, tranquilo y no provoca conflictos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más apacible
συγκριτικός βαθμός
más apacible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
apacible
αρσενικό πληθυντικό
apacibles
θηλυκό ενικό
apacible
θηλυκό πληθυντικό
apacibles
Παραδείγματα
La maestra apacible enseña con paciencia.
Η πράος δασκάλα διδάσκει με υπομονή.
02
ήρεμος, γαλήνιος
que transmite tranquilidad, calma o serenidad
Παραδείγματα
La noche apacible estaba llena de estrellas.
Η γλυκιά νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια.



























