Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Antigüedad
01
αρχαιότητα
época muy antigua del pasado
Παραδείγματα
Los historiadores estudian textos de la antigüedad.
Οι ιστορικοί μελετούν κείμενα από την αρχαιότητα.
02
αρχαιότητα, παλαιότητα
tiempo transcurrido desde el origen o la creación de algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
antigüedades
Παραδείγματα
La antigüedad de la civilización sorprendió a los arqueólogos.
Η αρχαιότητα του πολιτισμού εξέπληξε τους αρχαιολόγους.
03
αρχαιότητα
tiempo que una persona lleva en un empleo o actividad, que determina su experiencia o derechos
Παραδείγματα
Su antigüedad le da ciertos beneficios laborales.
Η προϋπηρεσία του του δίνει ορισμένα εργασιακά οφέλη.



























