Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animar
01
ενθαρρύνω
dar ánimo o apoyo a alguien para que se sienta mejor o actúe con confianza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
animo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anima
ενεστώτα μετοχή
animando
απλός αόριστος
animó
παθητική μετοχή
animado
Παραδείγματα
Los padres animaban a sus hijos a seguir sus sueños.
Οι γονείς ενθάρρυναν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν τα όνειρά τους.
02
ενθουσιάζω, εξάπτω
provocar entusiasmo o emoción intensa en alguien
Παραδείγματα
Su discurso animó a los jóvenes a participar en el proyecto.
Η ομιλία του ενθάρρυνε τους νέους να συμμετάσχουν στο έργο.



























