Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animar
01
ενθαρρύνω
dar ánimo o apoyo a alguien para que se sienta mejor o actúe con confianza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
animo
γ΄ ενικό πρόσωπο
anima
ενεστώτα μετοχή
animando
απλός αόριστος
animó
παθητική μετοχή
animado
Παραδείγματα
Trató de animar a su amigo antes del examen.
Προσπάθησε να ενθαρρύνει τον φίλο του πριν από τις εξετάσεις.
02
ενθουσιάζω, εξάπτω
provocar entusiasmo o emoción intensa en alguien
Παραδείγματα
La película animó al público desde el principio.
Η ταινία ενθουσίασε το κοινό από την αρχή.



























