Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Analfabetismo
01
αναλφαβητισμός
falta de capacidad para leer y escribir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El analfabetismo afecta a muchas comunidades rurales.
Ο αναλφαβητισμός επηρεάζει πολλές αγροτικές κοινότητες.



























